Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2013

Λίγο πριν το τέλος μιας χρονιάς ακόμα. Μιας χρονιάς που τα πήρε όλα και τα σήκωσε. Που έστησε στον τοίχο ό,τι είχα δεδομένο και το πυροβόλησε ανάμεσα στα μάτια.

Έχω πια την αίσθηση ότι στη ζωή έχεις δύο επιλογές. Η πρώτη είναι να βυθίζεσαι σε ό,τι σου συμβαίνει, να το σκέφτεσαι και να το ξανασκέφτεσαι, να λες "κρίμα" και να αναρωτιέσαι "γιατί". Η δεύτερη είναι να σκαρφαλώνεις τους τοίχους που σου υψώνονται. Να κοιτάζεις τα νέα δεδομένα και να λες "οκ, δικέ μου, τι μπορούμε να κάνουμε μ' αυτά;" Να πολεμάς. Η ζωή δε χρωστάει τίποτα σε κανέναν. Η ζωή είναι αυτό που την κάνεις να είναι. 

Ο καθένας μας περνά για μια μικρή (πολύ μικρή, γαμώτο) βόλτα απ' αυτόν τον κόσμο. Και το κρίμα είναι να σπαταλάς τη βόλτα σου λέγοντας "κρίμα".

Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2013

Πού ήσουν εκείνη τη μέρα; Εκείνη την ώρα;
Τι έκανες όταν το έμαθες; Και πώς το έμαθες;

Ήταν μια μέρα απ' αυτές που μας αλλάζουν όλους. Εμείς στο καταραμμένο νήσι, Σαββατόβραδο. Πάρτυ. Γιόρταζαν οι Νικολήδες. Χιόνιζε; Μπα, όχι. Πρέπει να έκανε κρύο όμως. Έφυγα νωρίς. Γιατί; Ούτε που θυμάμαι.
Το έμαθα το επόμενο πρωί. Το διάβασα. "16 χρονών νεκρός". Τελικά ήταν 15.
Μιλούσαμε μεταξύ μας. Θυμάσαι; Κάτι πρέπει να κάνουμε. Πώς γίνεται αυτό; Τι έγινε; Πώς είναι δυνατόν; Κάτι πρέπει να κάνουμε.
Όσοι είχαν λεφτά πήγαν στη συγκέντρωση στην πρεσβεία. Οι υπόλοιποι μείναμε να κοιταζόμαστε μουδιασμένοι, να διαβάζουμε μανιωδώς τα νέα. Στην Αθήνα γίνεται χαμός. Μόνο στην Αθήνα; Όλη η Ελλάδα καίγεται.
Τη Δευτέρα έχουμε παρουσίαση με την Εμμανουέλα. Πώς να μιλήσουμε για ο,τιδήποτε άλλο; Πρέπει να μιλήσουμε γι'αυτό. Πρέπει να μάθουν γι'αυτό. Θα πούμε και δυο ψυχολογικές μαλακίες για να το δέσουμε. Κι ας μην του αρέσει. Πρέπει να μιλήσουμε γι'αυτό.
ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ. Μια φωτογραφία με ένα πανό που γράφει ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ. Με μαύρα γράμματα. Θα τη βάλουμε αυτή τη φωτογραφία. Κι αυτή με τον πίθηκο που κρατάει όπλο.
Τι γίνεται στην Αθήνα; Είναι όλοι καλά; Να προσέχεις.
Δε θα παρουσιάσουμε τα θέματα που είχαμε αναλάβει. Συνέβη κάτι στην Ελλάδα. Στην Αθήνα. Θα σας μιλήσουμε γι' αυτό. Σ'αυτή τη φωτογραφία το πανό γράφει ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ. Πείτε μας τι σκέφτεστε. Θέλουμε να το συζητήσουμε. Σιωπή. Μάτια στραμμένα στο έδαφος. Καμιά κουβέντα πριν ή μετά. Μήπως κάποιος ψέλλισε λυπάμαι; Ούτε που θυμάμαι.
Λίγες μέρες μετά στο Σύνταγμα. Περικυκλωμένοι. Νιώθω τέτοιο φόβο ίσως για πρώτη φορά.
Τελείωσαν όλα; Όχι. Μόλις είχαν αρχίσει.  

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

Η μάνα μου λατρεύει να στέλνει κάρτες. Από τα 18 που έφυγα απ' το σπίτι μού έχει στείλει εκατοντάδες. Η κάθε μία είναι ξεχωριστή, αλλά υπάρχουν μοτίβα που επαναλαμβάνονται. Συχνά λοιπόν μου γράφει κάτι που, όπως λέει, της έλεγε ο πατέρας της: "να βαδίζεις σ'αυτή τη γη". Μ'αρέσει πολύ όταν μου το γράφει αυτό. Μου δίνει μια ώθηση, μου εξάπτει την περιέργεια, με κάνει να θέλω να δω τι κρύβεται στην επόμενη γωνία.

Βαδίζω, μαμά. Αλλά καμιά φορά μ'αρέσει που - με τη βοήθεια δυο χεριών συνήθως - τα πόδια μου ξεκολάνε για λίγα δευτερόλεπτα απ' το έδαφος. 

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Μια γλυκιά βραδιά του Νοέμβρη. Στο μπαλκόνι του Παναγιώτη στο Kreuzkölln. Στα δεξιά πάντα ο πύργος της τηλεόρασης. Μπροστά ο ακάλυπτος και πίσω του μια ακόμη πολυκατοικία. Στους πάνω ορόφους τα φώτα κλειστά. Μετακομίζουν, μου είπε. Κοιτάζω αριστερά ξεφυσώντας. Βλέπω τη φωτισμένη κορυφή ενός κτιρίου. Ένα χρώμα αχνό κίτρινο. Για κλάσματα του δευτερολέπτου νιώθω ότι είμαι στην Αθήνα, κάπου στο Σύνταγμα, εκεί που η Βασιλίσσης Σοφίας συναντά την αρχή της Πανεπιστημίου. Και στ' αριστερά ο Παρθενώνας. Με πλημμυρίζει ένα συναίσθημα νοσταλγίας. Σ' αυτή την πόλη οι ρυθμοί μπορούν να γίνουν εξαντλητικά γρήγοροι. Βρίσκεσαι και χάνεσαι σε μέρες. Σε ώρες. Μου έλειψε η Αθήνα. Γιατί τώρα; Γιατί έτσι; Στιγμή ήταν και πέρασε. 

Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013

Εκείνη

Την ξέρω απ' όταν γεννήθηκε. Είχα τη μαγικά καλή τύχη να περάσω μαζί της την πρώτη της νύχτα σ' αυτόν τον κόσμο. Την είδα να μεγαλώνει, να εξελίσσεται από μικρό φασολάκι σε παιδάκι. Την είδα να μπουσουλάει, να περπατάει, να τρώει μόνη της, να ζωγραφίζει. Την άκουσα να κάνει το παπάκι, να γελάει, να τραγουδάει, να λέει πράγματα που μόνο ένα παιδικό μυαλό μπορεί να συλλάβει. Μέχρι πριν δυο μήνες την έβλεπα - άλλες φορές από κοντά, άλλες από πιο μακρυά - να είναι αυτό το μοναδικό πλάσμα που είναι.

Σήμερα την είδα μέσα από μια οθόνη. Ασπρόμαυρη για κάποιο λόγο. Την άκουσα να μου λέει για το "σχολείο". Την είδα να περιεργάζεται τα αντικείμενα στο χώρο, να κάθεται αγκαλιά στη μαμά της, να τρίβει τα μάτια της απ' τη νύστα.

Εκείνη είναι ο άνθρωπος που μου λείπει πιο πολύ απ' όλους. Εκείνη είναι ο άνθρωπος που σκέφτομαι και σφίγγω τις γροθιές μου στο στήθος. Εκείνη είναι ο άνθρωπος που σκεφτόμουν εκείνη τη μέρα στο λεωφορείο και με πιάσαν τα κλάματα.  

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

Bis bald

Νιώθω τυχερή για τους φίλους μου. Είναι άνθρωποι που με ανέχτηκαν στα χειρότερά μου (ή δε με ανέχτηκαν κι έτσι με βοήθησαν να αλλάξω) και με έσπρωξαν ακόμη πιο πάνω στα καλύτερά μου.

Κάποιοι είναι εκεί πολλά χρόνια τώρα. Άλλες φορές στο κέντρο, άλλες στο περιθώριο, αλλά σχεδόν από πάντα μέρος της εικόνας.

Οι φίλοι μου έχουν τη γεύση ζεστού κρασιού, έχουν την αίσθηση του ήλιου στο πρόσωπο ενώ τριγύρω κάνει κρύο, ακούγονται σα γέλια από παιδιά που παίζουν στη θάλασσα.

Κάποτε η φυσική παρουσία των φίλων μου ήταν καθημερινή. Τώρα πια μπορεί να κάνουμε και μήνες να βρεθούμε. Και για να συμβεί αυτό, κάποιος πρέπει να πάρει λεωφορεία, αεροπλάνα και τρένα, να περάσει ελέγχους και σύνορα, να διανύσει εκατοντάδες χιλιόμετρα. Δύο φορές. Γιατί τώρα πια αποχαιρετιόμαστε πιο συχνά από ποτέ.

Τα πρωινά θα μου λείπετε περισσότερο. Που θα ξυπνάω πάλι μόνη μου, που δε θα ακούω το euphoria για ξυπνητήρι, που δε θα με περιμένει έτοιμος διπλός ελληνικός όταν βγω απ'το μπάνιο, που δε θα καθόμαστε στο μπαλκόνι για λίγο.  

       
     

Τρίτη, 8 Οκτωβρίου 2013

Μικρό ευχαριστώ

Στο λεωφορείο από το πανεπιστήμιο για το σπίτι. Μια κοπέλα κι εγώ καθόμαστε στις δύο μπροστινές θέσεις, ακριβώς πίσω από τον οδηγό.

Στάση.

Ανάμεσα στους νέους επιβάτες κι ένας ηλικιωμένος κύριος. Σηκωνόμαστε και οι δύο για να καθήσει. Διαλέγει τη θέση της κοπέλας. Εκείνη πάει να προχωρήσει προς το πίσω μέρος του λεωφορείου. Τη φωνάζω να έρθει να καθήσει μαζί μου. Έρχεται.

Ο κύριος μας χαμογελάει, απλώνει το χέρι του και μας δίνει από ένα σοκολατάκι. Το χαρτάκι έγραφε "merci".


Κυριακή, 6 Οκτωβρίου 2013

Το σήμερα

Προχθές περπατήσαμε από την Alexanderplatz μέχρι το Kreuzberg. Περνούσαμε τα φανάρια πριν γίνουν πράσινα. Υπάρχουν και Γερμανοί που παραβαίνουν τους νόμους. ''Σε κάποιες περιοχές - όπως αυτή - η αστυνομία δεν κάνει καν συστάσεις", μου είπε. Σταθήκαμε σε μια γέφυρα - ο πύργος της τηλεόρασης κάπου στα δεξιά.

- "Ζω στ' αλήθεια εδώ; Δεν το πιστεύω ότι ζω εδώ!"
- "Τότε θα πρέπει να σε τσιμπήσω."

Και μετά,

- "Είσαι χαρούμενη;"
- "Είμαι παραπάνω από χαρούμενη."
- "Αυτό είναι παραπάνω από καλό."


Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

Το χθες

Όταν ο Μ. μου μιλούσε για τη σχέση του που μόλις είχε κλείσει τον κύκλο της, έβγαλε έναν αναστεναγμό θλιμμένης ανακούφισης. "Καταλαβαίνεις ότι... Τελείωσε. Αυτό ήταν. Τελείωσε." Τα χέρια στο στήθος και την επόμενη στιγμή ανοιχτά, σα φτερά.

Είναι αυτή ακριβώς η κίνηση. Το σώμα μας δεν κάνει λάθος. Ξέρει πολύ καλά να εκφράζει αυτό που συμβαίνει μέσα. Όταν έρχεται η ώρα να αφήσεις το χθες πίσω, αρχικά θα προβάλεις αντιστάσεις. Θα κρατήσεις σφιχτά τα χέρια μπροστά στο στήθος, θα το αγκαλιάσεις νοερά το χθες, θα το χαϊδέψεις, θα αναρωτηθείς "πώς γίνεται;" Αλλά θα έρθει η στιγμή που με μια βαθιά ανάσα θα βρεις το θάρρος να τα ανοίξεις τα χέρια.   

Το χθες ήταν όμορφο - δεν μπορεί κανείς να το αμφισβητήσει αυτό. Ήταν γλυκό, είχε στιγμές απ' αυτές που παίζεις στο μυαλό σου ξανά και ξανά και ξανά. Ήταν ζεστό και σίγουρο και ασφαλές. Αλλά το χθες τελείωσε. Και πρέπει να το αφήσεις να φύγει.    

Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Το αύριο

Θα είναι πιο κρύο.
Πιο σκοτεινό.
Πιο πράσινο.
Ενδεχομένως πιο δύσκολο.
Πιο μυστηριώδες.
Πιο ενδοσκοπικό.
Ελπίζω πιο δημιουργικό.

Girls, you've got to know when it's time to turn the page.
-T. Amos, Northern lad


Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2013

Ο κύριος Γιώργος είναι παιδί βασανισμένου και εξόριστου αριστερού του εμφυλίου, που κάποια μέρα στη Μακρόνησο υπέγραψε μετάνοια. Όταν ο νεαρός κύριος Γιώργος (βασανισμένος κι εξόριστος κι ο ίδιος) ρώτησε τον πατέρα του γιατί υπέγραψε, εκείνος του απάντησε:

"Ν' αφήσω να με σκοτώσει κάποιος που δεν ξέρει γιατί ζει;"

Χθες βράδυ, κάπου στο Κερατσίνι, ο Παύλος Φύσσας μαχαιρώθηκε θανάσιμα από κάποιον που δεν ξέρει γιατί ζει.

Δεν ξέρω πώς - γαμώτο, μακάρι να είχα έστω μια μικρή ιδέα για τον τρόπο - αλλά πρέπει να τους σταματήσουμε.

Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2013

Would you rather...?

Το καλοκαίρι που μας πέρασε έμαθα πολλά πράγματα. Ίσως το πιο συναρπαστικό ήταν το would you rather, ένα παιχνίδι που μου έμαθε ο φίλτατος Χρήστος ένα βράδυ κάπου στη Μεσόγειο.

Πολύ συνοπτικά, το παιχνίδι παίζεται ως εξής: ο συντονιστής θέτει ένα δίλημμα· οι παίκτες κάνουν μια σειρά διευκρινιστικών ερωτήσεων· από τις ερωτήσεις των παικτών, ο συντονιστής "χτίζει" δύο σενάρια· οι παίκτες καλούνται να διαλέξουν τη μία ή την άλλη επιλογή· ο συντονιστής επιλέγει το νικητή.

Το would you rather μοιάζει κάπως με τη ζωή, γι'αυτό μου αρέσει τόσο. Η ζωή είναι γεμάτη διλήμματα. Να μείνω ή να φύγω; Το γνωστό ή το άγνωστο; Αυτόν το δρόμο ή τον άλλο; Η βασική διαφορά όμως είναι ότι στη ζωή δεν υπάρχουν διευκρινιστικές ερωτήσεις. Κάθε επιλογή ενέχει ρίσκο. Κανείς δεν ξέρει τι κρύβεται πίσω από τη μία ή την άλλη πόρτα. Κι είναι ίσως αυτή η αβεβαιότητα που κάνει τη ζωή το πιο μαγικό παιχνίδι απ' όλα.









Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2013

Να ακούς συνέχεια το ίδιο κομμάτι. Να περπατάς στους άδειους δρόμους της πόλης που μεγάλωσες και να σκέφτεσαι τους ανθρώπους που στοίχειωσαν το καλοκαίρι σου. Τον Ιούνιο, τον Ιούλιο, τον Αύγουστο. Αν μ' έβαζαν να διαλέξω, θα διάλεγα σίγουρα τον Αύγουστο. Να βλέπεις στο σώμα σου τα σημάδια απ' το μαγιώ. Και γρατζουνιές και μελανιές που ούτε θυμάσαι πώς απέκτησες. Να ξεφυλλίζεις το βιβλίο που δε θα καταφέρεις ποτέ να τελειώσεις αφού δεν το τέλειωσες στην ώρα του. Να μετράς τις στιγμές που πέρασαν και να ονειρεύεσαι αυτές που είναι μπροστά. Να αποχαιρετάς φίλους που ήρθαν για λίγο. Το καλοκαίρι μας μαζεύει, το φθινόπωρο μας σκορπά. Το καλοκαίρι τέλειωσε. Εγώ θα μείνω εδώ για λίγο ακόμα.

Partir, c'est mourir un peu,
C'est mourir à ce qu'on aime :
On laisse un peu de soi-même
En toute heure et dans tout lieu.
C'est toujours le deuil d'un vœu,
Le dernier vers d'un poème ;
Partir, c'est mourir un peu.
Et l'on part, et c'est un jeu,
Et jusqu'à l'adieu suprême
C'est son âme que l'on sème,
Que l'on sème à chaque adieu...
Partir, c'est mourir un peu.
- Edmond Haraucourt

Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013

Κάποιος

Κάποιος αυτή την ώρα ανηφορίζει την Ιπποκράτους.
Κάποιος ταξιδεύει για Εύβοια ή για Θεσσαλονίκη.
Κάποιος χτυπά νωχελικά το πληκτρολόγιο.
Κάποιος ανάβει τον ανεμιστήρα, κάποιος μαγειρεύει, κάποιος ξαπλώνει να ξεκουραστεί.
Κάποιος αυτή την ώρα βρίσκεται στη 35η μέρα απεργίας πείνας και αργοπεθαίνει σ'ένα περιφραγμένο δωμάτιο νοσοκομείου.
Αυτός ο κάποιος, ο Κώστας Σακκάς, σύμφωνα με τους δικούς τους νόμους και κανονισμούς, είναι αθώος.
Και πρέπει να αφεθεί ελεύθερος.




Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

Μόνη μας πατρίδα τα παιδικά μας χρόνια

Ο Ρούχλας που ήταν λα,
η μικρή Κάρυ που έτρωγε κάθε φορά τα μούτρα της κατεβαίνοντας το λόφο προς το μικρό σπίτι στο λιβάδι,
ο Σιρίλο, τον οποίο κρυφογούσταρε η βλαμμένη Μαρία Χοακίνα, αλλά συχνά πυκνά του πετούσε διάφορα "στο πρόσωπο",
η Φρουτοπία, που -΄ισως άθελά της - μας προετοίμαζε γι' αυτό που ερχόταν.

Και όλα αυτά ήταν στην ΕΡΤ.








Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

[...] Θε να πεθάνεις, για να ζήσουνε οι άνθρωποι,
οι άνθρωποι που ποτέ δε θα 'χεις δει το πρόσωπό τους.
Και θα πεθάνεις ξέροντας καλά
πως τίποτα πιο ωραίο, τίποτα πιο αληθινό
απ' τη ζωή δεν είναι. [...]

Ν. Χικμέτ, "Για τη ζωή"
 (απόδοση Γ. Ρίτσου)

Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013

Απρίλης

Μέχρι πριν λίγα χρόνια ήταν ο αγαπημένος μου μήνας του χρόνου.
Γιατί οι πασχαλιές και οι αμυγδαλιές γεμίζαν λουλούδια, οι δρόμοι μοσχοβολούσαν από τα άνθη των εσπεριδοειδών, τα βράδια γίνονταν πιο γλυκά.
Και γιατί αυτό το μήνα στρογγυλεύουν τα χρόνια που περπατώ σ' αυτή τη γη.
Πριν λίγα χρόνια όμως, λίγες μέρες μετά τα 25α γενέθλιά μου, ένας πολύ ιδιαίτερος άνθρωπος έπαψε ξαφνικά να περπατά σ' αυτή τη γη.
Κι έτσι είναι το μυαλό. Κάνει συνεχώς νέες συνδέσεις. Κάτι που αγαπούσες μπορεί ξαφνικά να το μισήσεις. Κάτι που σε έκανε χαρούμενο σε κάνει ξαφνικά μελαγχολικό.
Και τα αρώματα του Απρίλη, που κάποτε δημιουργούσαν ένα αίσθημα έκστασης, τώρα ζαλίζουν, θυμίζουν εκείνο το μεσημέρι στη μεγάλη εκκλησία, με τα καντήλια και τα κεριά, τα χαμένα βλέμματα, το κάτασπρο δέρμα του, τον πικρό καφέ.