Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Μια γλυκιά βραδιά του Νοέμβρη. Στο μπαλκόνι του Παναγιώτη στο Kreuzkölln. Στα δεξιά πάντα ο πύργος της τηλεόρασης. Μπροστά ο ακάλυπτος και πίσω του μια ακόμη πολυκατοικία. Στους πάνω ορόφους τα φώτα κλειστά. Μετακομίζουν, μου είπε. Κοιτάζω αριστερά ξεφυσώντας. Βλέπω τη φωτισμένη κορυφή ενός κτιρίου. Ένα χρώμα αχνό κίτρινο. Για κλάσματα του δευτερολέπτου νιώθω ότι είμαι στην Αθήνα, κάπου στο Σύνταγμα, εκεί που η Βασιλίσσης Σοφίας συναντά την αρχή της Πανεπιστημίου. Και στ' αριστερά ο Παρθενώνας. Με πλημμυρίζει ένα συναίσθημα νοσταλγίας. Σ' αυτή την πόλη οι ρυθμοί μπορούν να γίνουν εξαντλητικά γρήγοροι. Βρίσκεσαι και χάνεσαι σε μέρες. Σε ώρες. Μου έλειψε η Αθήνα. Γιατί τώρα; Γιατί έτσι; Στιγμή ήταν και πέρασε. 

Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013

Εκείνη

Την ξέρω απ' όταν γεννήθηκε. Είχα τη μαγικά καλή τύχη να περάσω μαζί της την πρώτη της νύχτα σ' αυτόν τον κόσμο. Την είδα να μεγαλώνει, να εξελίσσεται από μικρό φασολάκι σε παιδάκι. Την είδα να μπουσουλάει, να περπατάει, να τρώει μόνη της, να ζωγραφίζει. Την άκουσα να κάνει το παπάκι, να γελάει, να τραγουδάει, να λέει πράγματα που μόνο ένα παιδικό μυαλό μπορεί να συλλάβει. Μέχρι πριν δυο μήνες την έβλεπα - άλλες φορές από κοντά, άλλες από πιο μακρυά - να είναι αυτό το μοναδικό πλάσμα που είναι.

Σήμερα την είδα μέσα από μια οθόνη. Ασπρόμαυρη για κάποιο λόγο. Την άκουσα να μου λέει για το "σχολείο". Την είδα να περιεργάζεται τα αντικείμενα στο χώρο, να κάθεται αγκαλιά στη μαμά της, να τρίβει τα μάτια της απ' τη νύστα.

Εκείνη είναι ο άνθρωπος που μου λείπει πιο πολύ απ' όλους. Εκείνη είναι ο άνθρωπος που σκέφτομαι και σφίγγω τις γροθιές μου στο στήθος. Εκείνη είναι ο άνθρωπος που σκεφτόμουν εκείνη τη μέρα στο λεωφορείο και με πιάσαν τα κλάματα.