Κυριακή, 27 Ιουλίου 2014

Σπίτι.

Άνοιξα τα μάτια μου λίγο πριν οι ρόδες αγγίξουν το έδαφος. Εκκωφαντικός ήχος, τράνταγμα, χέρια στη ζώνη ασφαλείας. Αναμονή ν' ανοίξουν οι πόρτες του αεροπλάνου, βιαστικό "thank you" στις αεροσυνοδούς, αναμονή στην παραλαβή αποσκευών. Οι αυτόματες πόρτες του αεροδρομίου ανοίγουν και η Αθήνα με υποδέχεται χτυπώντας με με το ζεστό της αέρα. Λεωφορείο για Σύνταγμα και νοσταλγική μουσική στ' αυτιά. Είμαι εδώ, είμαι κι εκεί. Κατεβαίνω στην Αμαλίας και όλα μοιάζουν οικεία. Σα να μην έφυγα ποτέ.
***
Στην Αθήνα και πάλι. Στην πόλη που κάποτε ερωτεύτηκα παράφορα. Στους δρόμους της - και για χάρη της - έλιωσα παπούτσια και παπούτσια, μέθυσα, γέλασα, έκλαψα, έψαξα για δουλειές και για σπίτια, έδωσα φιλιά και αγκαλιές, έφαγα χημικά, έφαγα τούμπες. Αρνήθηκα πεισματικά να πιστέψω ότι δεν μπορώ να την ποδηλατήσω και έδωσα μάχη με τις ανηφόρες και τα στενά της πεζοδρόμια. Την είδα από ψηλά και την άφησα να με μαγέψει με τα φώτα της, τους λόφους της, την αέναη κίνησή της.
Για 6 χρόνια υπήρξε το σπίτι μου και, κάθε φορά που την πλησίαζα - από στεριάς, θαλάσσης ή αέρος - ένιωθα ότι επέστρεφα ακριβώς εκεί: στο σπίτι μου. Και κάποτε πίστεψα ότι αυτή θα είναι το σπίτι μου για πάντα και για πάντα.
***
Βλέπω τους ανθρώπους μου, βλέπω τα μέρη μου, κι είναι σα να είχε παγώσει για 10 μήνες ο χρόνος. Αλλά είμαι εδώ, μα και δεν είμαι. Το σπίτι μου είναι πια αλλού. Το σπίτι μου είναι σε μια πόλη με ποτάμια, παραπόταμους και λίμνες. Είναι στα τραγούδια μας με τον Πάνο. Είναι στις βόλτες μας με την Τσαμπού. Είναι σε δυο μάτια με νησάκια, σε φαρδιούς ποδηλατοδρόμους, σε νυχτερινές βόλτες σε πάρκα. Για τώρα το σπίτι μου είναι αλλού. Μετά, βλέπουμε.