Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου 2011

Τα απομεινάρια μιας μέρας

Σήμερα περπάτησα τη Σοφοκλέους μετά από αρκετούς μήνες. Και θυμήθηκα τις παρακάτω λέξεις που είχαν ξεχαστεί στο πρόχειρο.

Από την οδό Σοφοκλέους περνώ αρκετά συχνά. Δεν ξέρω τι γίνεται εκεί τις μικρές ώρες, αλλά τα πρωινά εμένα η Σοφοκλέους μ' αρέσει! Οι διαφορετικές γλώσσες μπλέκονται με τα διαφορετικά πρόσωπα, κι αυτά με τη σειρά τους μπλέκονται με τις διαφορετικές μυρωδιές. Σήμερα το πρωί που την κατηφόριζα, μύριζε ο τόπος κάρυ και ρίγανη. Λίγο πιο κάτω άρχισε να μυρίζει κάτι σαν κοκκινιστό.
Στο σημείο πριν συναντήσει την οδό Πειραιώς, η Σοφοκλέους φιλοξενεί το προαύλιο του Κέντρου Σίτισης Αστέγων του δήμου Αθηναίων. Άνθρωποι μπαινοβγαίνουν μασουλώντας την τελευταία τους μπουκιά ή κρατώντας ένα πλαστικό κεσεδάκι με φαγητό. Κι έχουν όλοι τους σχεδόν την ίδια έκφραση. Μια έκφραση που νόμιζα ότι τη συναντούσε κανείς μόνο στα ψυχιατρεία. Μια έκφραση που νόμιζα ότι αποτύπωνε την αποστασιοποίηση που καλλιεργείται από τις εξαίρετες 'θεραπευτικές' μεθόδους των τελευταίων. Σήμερα κατάλαβα πως αυτή η έκφραση είναι το πρόσωπο του περιθωρίου. Οι κοινωνικά αποκλεισμένοι έχουν το ίδιο βλέμμα, όπως κι αν τους ονομάσεις. Ψυχασθενείς, πρεζόνια, άστεγοι, φτωχοί πρόσφυγες και μετανάστες, άνεργοι, ηλικιωμένοι...

Σήμερα λοιπόν, περνώντας από το ίδιο προαύλιο, ήρθα αντιμέτωπη με μια διαφορετική εικόνα. Κατηφόριζα το δρόμο για να βγω στην Πειραιώς και μπροστά μου προπορεύονταν δυο ένστολοι. Πιο κάτω τη θέση τους πήραν δύο άνδρες γύρω στα 60 που βγήκαν από το Κέντρο Σίτισης Αστέγων κρατώντας από μια σακούλα με το μεσημεριανό τους. Τα ρούχα τους ήταν καθαρά, δεν κάπνιζαν μανιωδώς, ήταν ξυρισμένοι. Σκέφτηκα ότι ίσως αυτοί οι δύο άνδρες να μπορούσαν να φάνε σπίτι τους ως χθες. Σκέφτηκα ότι ίσως ανήκουν στις στρατιές εκείνες των ανθρώπων που απολύθηκαν πρόσφατα. Που δεν μπορούν πια να αντεπεξέλθουν ούτε στα καθημερινά τους έξοδα. Και σκέφτηκα και όλα αυτά τα πρόσωπα που βλέπω καθημερινά να αυξάνονται στα πεζοδρόμια της Αθήνας. Όλα αυτά τα πρόσωπα που κάνουν το δρόμο σπίτι τους και τα παγκάκια κρεβάτι.
Μαζί τους σκέφτηκα κι εμάς. Που νιώθουμε ότι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να στηρίξουμε το φιλανθρωπικό έργο κάποιας βαθύπλουτης κορασίδας, καλώντας έναν ψυχρό αριθμό τηλεφώνου από το ζεστό μας σπίτι. Αν κλείσουμε τα μάτια το πρόβλημα δεν υπάρχει. Οπότε ας εξιλεωθούμε παρακολουθώντας τους διάφορους κοσμικούς να μασαμπουκιάζουν στα διάφορα φιλανθρωπικά gala για να σώσουν τα άρρωστα παιδάκια.
Οι άνθρωποι της Σοφοκλέους όμως όλο και πληθαίνουν. Και αύριο μπορεί να είμαι εγώ ή εσύ ή κάποιος φίλος. Αύριο θα είναι τόσο κοντά το πρόβλημα, που, κλείνοντας τα μάτια, θα νιώθεις την ανάσα του.

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

Και του χρόνου

Ξημερώνει η τελευταία Κυριακή του πρώτου μήνα αυτού του χρόνου. Γίνονται τόσα πολλά εκεί έξω. Ολόκληρος ο πλανήτης βράζει, άνθρωποι γεμίζουν τους δρόμους, η γειτονιά μου πριν λίγες μέρες έγινε ο πυρήνας μιας βόμβας έτοιμης να εκραγεί, αλλά εμένα την οργή μου μου την πήραν μακρυά καλά νέα. Εν αναμονή λοιπόν της εξόδου μου από το λήθαργο της χαράς και μετά από μια βραδιά στη μουσική σκηνή Μετρό, τραγουδώ τους υπέροχους στίχους του Φοίβου και εύχομαι - λίγο εκτός τόπου και χρόνου, αλλά οι γιορτές κρατούν 40 μέρες - και του χρόνου.



Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

Αποκτήνωση

Είχε μόλις αγοράσει χαρτί κουζίνας για το σπίτι και ανηφόριζε αγκαζέ με τη φίλη της. Θα μπορούσε να διαλέξει εκείνο το δρόμο ή τον άλλο, αλλά επέλεξε αυτόν. Μια γωνία μετά, χαμένη στις σκέψεις της, άκουσε γρήγορους βηματισμούς στο ανοιχτό πάρκινγκ. Γύρισε και τον είδε να τρέχει. Φορούσε σκουφί, κασκόλ μέχρι τη μύτη, όλα όσα φορούσε μαύρα. Στιγμές μετά είδε και τον άλλο. Με κουστούμι. Και άκουσε τη φωνή του να ηχεί 'Κλέφτης! Σταματήστε τον! Είναι κλέφτης!' Και τους είδε να παλεύουν. Πάγωσε. Για μια στιγμή φοβήθηκε το μαυροφορεμένο, μετά φοβήθηκε τον κουστουμάτο. Είδε ένα σακίδιο να πέφτει, άκουσε ένα μεταλλικό ήχο. Κράτησε το μπράτσο της φίλης της και την τράβηξε λίγο πιο πίσω. Εκείνος πέρασε από μπροστά τους. Τις κοίταξε, τον κοίταξαν κι αυτές. Σειρά είχε ο άλλος. Έτρεξε πίσω του, φωνάζοντας 'Κλέφτης!'
Κοίταξε γύρω της. Κόσμος κοιτούσε, αλλά κανείς δεν έκανε βήμα. Άρχισε κι εκείνη να τρέχει πίσω από τις φωνές του κουστουμάτου. Τον είδε να τα παρατάει, να γυρνάει πίσω ξεφυσώντας. Κανείς δεν έκανε βήμα.

Χαιρέτησε τη φίλη της και πήρε το δρόμο για το σπίτι. Είδε κάποιον να ψάχνει στα σκουπίδια. Προχώρησε. Ανέβηκε στον τέταρτο. Βγήκε στο μπαλκόνι. Και ούρλιαξε μια φράση που είχε ακούσει σε τραγούδι. Δεν είμαι με κανέναν.

Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011

Ανεπίσημη επιστολή στο 2011

Αγαπητέ Νέε Χρόνε,

Είχα τόση αγωνία να φτάσεις καλά, που έπεσα με τα μούτρα σε μελομακάρονα, βασιλόπιτες και σοκολατάκια. Οι πρώτες σου μέρες λοιπόν με βρήκαν παραφουσκωμένη και νωχελική από τον πολύ τον υδατάνθρακα. Ήρθε όμως η στιγμή να λογαριαστούμε. Δεν έχω πολλά να σου ζητήσω, αλλά οφείλεις να μου δώσεις ό,τι μου στέρησε ο Παλιός. Αυτός, που λες, με είχε 12 μήνες στο περίμενε. Και περίμενε και περίμενε. Και έλπιζε και έλπιζε. Και τελικά τίποτα. Τώρα πρέπει εσύ να τις βουλώσεις τις τρύπες, ακούς;

Θέλω να μου δώσεις δύναμη και κουράγιο. Θέλω να πάρεις μακρυά τον πανικό που με παραλύει και να τον αντικαταστήσεις με λογική και καθαρό μυαλό. Θέλω να μου φέρεις πίσω το πάθος και την όρεξη και τη δημιουργικότητα και τη φαντασία. Θέλω ελπίδα, αλλά θέλω να είναι βάσιμη. Θέλω δικαιοσύνη και αλληλεγγύη. Και τα θέλω όλα αυτά για όλους.

Ε, και δώσε και λίγη τύχη... Μην τσιγκουνεύεσαι!

Με φιλικούς χαιρετισμούς και πολλή αγάπη,
HomoPacificus.

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2010

Η τελευταία κατάληψη

Νιώθω πολύ περήφανη για τους συμφοιτητές μου στο Πανεπιστήμιο του Κεντ στην Αγγλία. Έχουν καταλάβει το κτίριο της Πρυτανείας στην πανεπιστημιούπολη από τις 8 του Δεκέμβρη και αρνούνται να φύγουν. Είναι η τελευταία πανεπιστημιακή κατάληψη στην Αγγλία. Με κομμένο ηλεκτρικό και θέρμανση, εγκλωβισμένοι - καθώς, αν βγουν, δεν τους επιτρέπεται να ξαναμπούν - χωρίς δυνατότητα επικοινωνίας (καθώς, ναι, και το ίντερνετ είναι κομμένο), συνεχίζουν τη μορφή αγώνα που διάλεξαν ενάντια στον τριπλασιασμό των διδάκτρων στην ανώτατη εκπαίδευση. Συνεχίζουν να υπερασπίζονται το δικαίωμα όλων στην παιδεία, να αντιστέκονται στη μεταμόρφωση του αγαθού της σε καταναλωτικό προϊόν, να διεκδικούν έναν ανοιχτό χώρο ελεύθερης δράσης και ανταλλαγής ιδεών. Και όλα αυτά, ενώ το πανεπιστήμιο έχει ήδη κινηθεί νομικά, καλώντας τους φοιτητές να παρουσιαστούν στο δικαστήριο στις 7 Γενάρη.

Δεν ξέρω τι μπορεί να σκέφτεται ο καθένας για τις φοιτητικές καταλήψεις. Για κάποιους είναι ανούσιες, για άλλους προβοκατόρικες, για άλλους αδιάφορες ή ενοχλητικές. Για μένα, όντας ενεργό μέλος μίας προ αμνημονεύτων χρόνων, είναι τουλάχιστον ουσιαστικές. Κοιτάζοντας πίσω, θυμάμαι ένα πανεπιστήμιο πιο ανοιχτό από ποτέ. Θυμάμαι διάλογο, θυμάμαι παλμό και συμμετοχή, πάθος, όραμα και δημιουργικότητα. Θυμάμαι τις ζωγραφιές στους ανιαρούς άσπρους τοίχους των αμφιθεάτρων. Τις προβολές ταινιών, τις συναυλίες, τα γλέντια, την αλληλεγγύη.

Είμαι περήφανη για τους συμφοιτητές μου, παρόλο που δε γνωρίζω κανέναν προσωπικά. Άλλωστε, μπορεί να γράφτηκαν στο πανεπιστήμιο μετά την αποφοίτησή μου. Δεν μπορώ όμως παρά να στέκομαι αλληλέγγυα σε οποιαδήποτε δράση στοχεύει στα αυτονόητα. Όπως έχει πει και ο Subcomandante Marcos των Zapatistas (ρητό που μου έμαθε ο φίλος μου ο Νίκος):

"I am a gay in San Francisco, black in South Africa, an Asian in Europe, an anarchist in Spain, a Palestinian in Israel, a Mayan Indian in the streets of San Cristobal, a Jew in Germany, a Gypsy in Poland, a Mohawk in Quebec, a pacifist in Bosnia, a housewife alone on a Saturday night, a single woman on the metro at 10 p.m., a peasant without land, a gang member in the slums, an unemployed worker, an unhappy student, a Zapatista in the mountain...all the exploited, marginalized and oppressed, resisting and saying Ya Basta!"




Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2010

Το σκοτεινό νησί

Έπεσα πρόσφατα πάνω σ' αυτό το άρθρο, το οποίο μιλά για μια Κουβανή blogger που αντιστέκεται στο Κουβανικό καθεστώς. Το blog της Yoani Sanchez μπορεί να βρει κανείς μεταφρασμένο στα ελληνικά εδώ.
Για κάποιους, η Κούβα φαντάζει μια κομμουνιστική όαση στην έρημο του σκληρού καπιταλισμού. Μια μικρή νησιωτική χώρα, όπου οι πολίτες απολαμβάνουν δωρεάν παιδεία και υγεία, εργασία και πρόνοια. Η χώρα που ανέδειξε ίσως την πιο διάσημη επαναστατική φιγούρα, που πάλεψε, που παρέμεινε ζωντανή μετά το '90. Παρά τις όποιες μικρές ενστάσεις μου, μια τέτοια εικόνα είχα κι εγώ για την Κούβα, όταν, 2,5 χρόνια πριν, ετοίμαζα τις βαλίτσες μου για το πιο συγκλονιστικό ταξίδι της ζωής μου.
Το σοκ ήρθε την πρώτη κιόλας μέρα. Συνηθισμένη να μπορώ να επικοινωνήσω οποιαδήποτε ώρα και στιγμή με τους δικούς μου ανθρώπους, ένιωσα πλήρως αποκλεισμένη όταν συνειδητοποίησα πόσο δύσκολο (και πολυέξοδο) ήταν αυτό. Οι μονάδες έπεφταν σχεδόν με το δευτερόλεπτο και με το ισοδύναμο του 1 ευρώ μπορούσα να μιλήσω μερικά δευτερόλεπτα. Το internet ήταν πιο φθηνό, αλλά η πρόσβαση δεν επιτρεπόταν παντού. Σκεφτόμουν ότι σε λιγότερες από 10 μέρες θα ήμουν πάλι κοντά στους δικούς μου και σίγουρα δεν ήταν απαραίτητο να τους λέω κάθε μέρα πόσο εξωτικά περνάω. Αλλά τι γίνεται με τους Κουβανούς που έχουν οικογένεια και φίλους σε άλλες χώρες; Φρικτό.

Αυτό βέβαια δεν ήταν τίποτα μπροστά στις εικόνες που ακολούθησαν τις επόμενες ημέρες. Αξιοπρεπέστατοι άνθρωποι μας πλησίαζαν για να μας ζητήσουν χρήματα, τις περισσότερες φορές με κάποιο αντάλλαγμα (να μας ξεναγήσουν, να μας μάθουν σάλσα κ.λ.π.). Μας εξηγούσαν πως ο μισθός τους δε φτάνει. Πληρώνονταν με κουβανικά πέσος, αλλά κάποια βασικά αγαθά μπορούσαν να τα προμηθευτούν μόνο με μετατρέψιμα πέσος (η Κούβα έχει δύο νομίσματα--τα μετατρέψιμα πέσος χρησιμοποιούνται κυρίως από τους τουρίστες και η ισοτιμία μετατρέψιμου και κουβανικού πέσο φτάνει ως και το 1/25).

Δε θα ξεχάσω ποτέ την ημέρα που περάσαμε στο Trinidad. Είχα χαθεί από το υπόλοιπο γκρουπ και περιπλανιόμουν στα δρομάκια της πόλης. Έβλεπα γύρω μου παλιά, αλλά φρεσκοβαμμένα πολύχρωμα σπίτια. Άρχισα να ανεβαίνω ένα δρόμο, ο οποίος με έβγαλε σε μια γειτονιά με παράγκες. Μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα με περιεργάζονταν ζευγάρια γερασμένα μάτια, ένα παιδάκι έτρεξε και βγήκε από μια μισοχαλασμένη πόρτα, κότες ανηφόριζαν το δρόμο μαζί μου. Στο τέλος του δρόμου υπήρχε ένα ύψωμα και ένα επίσης μισοχαλασμένο κτήριο ή μνημείο (δε θυμάμαι τι ήταν). Σταμάτησα να δω την πόλη από ψηλά και ξαφνικά με περικύκλωσαν γυναικείες φωνές. Είχαν μαζευτεί περίπου 10 γυναίκες, οι οποίες μου χαμογελούσαν, με έπιαναν, μου ζητούσαν να τους δώσω το ρολόι μου, τη ζακέτα μου, την τσάντα. Προσπαθούσαμε να επικοινωνήσουμε, εκείνες με σπαστά αγγλικά, εγώ με καθόλου ισπανικά. Και γελούσαμε. Δεν υπήρχε κανένα ίχνος κακομοιριάς σ' αυτή τη σκηνή, δεν έκαναν κόλπα να τις λυπηθώ. Είχαν ανάγκη και μου ζητούσαν βοήθεια. Αλλά με ένα χαρούμενο και περήφανο τρόπο. Με έβαλαν να τους υποσχεθώ πως, όταν ξαναπάω στο Trinidad, θα έχω μαζί μου σαπούνι να τους δώσω. Μια υπόσχεση που ακόμα με περιμένει.
Θυμάμαι επίσης τις ατελείωτες συζητήσεις με τον ξεναγό μας. Δε θυμάμαι το όνομά του, αλλά θυμάμαι τη φωνή του, την καλλιέργειά του, τη διάθεσή του να μας μιλά για ώρες για όλα αυτά τα περίεργα και πρωτόγνωρα που συναντούσαμε. Όταν η κουβέντα έφτανε στο πολιτικό καθεστώς, μας έλεγε πως πολλοί είναι εκείνοι που θέλουν τα πράγματα να αλλάξουν. Μας μιλούσε για ανθρώπους που έφτασαν κολυμπώντας στο Μαϊάμι, αναζητώντας το αμερικάνικο όνειρο. Για τους παίκτες της εθνικής ομάδας μπέηζμπολ, που καλοπληρώνονται, για να μη θελήσουν να το 'σκάσουν', όταν η ομάδα ταξιδεύει για διεθνείς αγώνες. Για εκείνους που φεύγουν και στέλνουν πίσω δύο φωτογραφίες: μία σε σούπερ μάρκετ και μία έξω από κάποιο McDonald's. Αλλά και για εκείνους που δυσκολεύονται να προσαρμοστούν στη Δύση, γιατί τα χρήματα βγαίνουν δύσκολα και γιατί δε νιώθουν ούτε κι εκεί ελεύθεροι.

Αυτό όμως που μου έρχεται πρώτο στο μυαλό όταν σκέφτομαι την Κούβα, είναι ο παραλιακός δρόμος της Havana, η Malecon. Κάθε βράδυ ο δρόμος γέμιζε με κόσμο. Μας έλεγαν ότι τα τηλέφωνα είναι άχρηστα εκεί. Αν ψάχνεις κάποιον, απλά πας στη Malecon και ρωτάς. Κάποιος θα τον έχει δει. Παρέες τραγουδούσαν και χόρευαν. Ελευθερία. Αυτό σκέφτομαι όταν σκέφτομαι την Κούβα. Τα ξένοιαστα βράδια στη Malecon. Και σκέφτομαι και εκείνη την ταινία του Shyamalan, το Σκοτεινό Χωριό, που επειδή δεν ήταν θρίλερ απογοήτευσε πολλούς. Εμένα είναι μια από τις αγαπημένες μου. Γιατί καταπιάνεται με ένα τόσο φοβερό δίλημμα: όταν ζεις σε ένα κόσμο βίαιο και σκληρό, τι κάνεις για τις επόμενες γενιές; Τις απομονώνεις απ' αυτό τον κόσμο; Ή τις αφήνεις να επιλέξουν μόνες;


Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010

Πολυτεχνείο

Κουράστηκα τις τελευταίες δύο βδομάδες να ακούω για μηνύματα. Το μήνυμα των εκλογών, το μήνυμα της αποχής, το μήνυμα του άκυρου και του λευκού. Και τώρα τι; Να αναφερθώ κι εγώ στο μήνυμα του Πολυτεχνείου; Όχι. Όχι στο μήνυμα. Μόνο στις εικόνες και τις αναμνήσεις μου από αυτή τη μέρα.
Ακόμα και στη συντηρητική επαρχιακή πόλη στην οποία μεγάλωσα, αυτή η μέρα διέφερε από τις άλλες γιορτές του σχολείου. Δε συνοδευόταν από ποιήματα για τη σημαία και το έθνος, αλλά από ροκ τραγούδια και βίντεο από εκείνη την εποχή. Αφορούσε μια ιστορία κοντά μας, μόλις μια γενιά πριν. Θυμάμαι συγκίνηση και θυμάμαι επαναστικότητα. Ακόμα και στη συντηρητική επαρχιακή πόλη. Δεν ήταν άλλη μια ευκαιρία να χάσουμε μάθημα, αλλά μια ευκαιρία να ακούσουμε για έναν αγώνα που εξίταρε τη σκέψη μας. Δε μαθαίναμε ονόματα μεγάλων στρατηγών ή πολιτικών που έφεραν τη νίκη. Μαθαίναμε για ένα αυθόρμητο κίνημα φοιτητών που ζητούσε τα αυτονόητα.

Αυτό που θυμάμαι πάνω απ' όλα είναι η ευγνωμοσύνη που ένιωθα ως μαθήτρια για εκείνους τους φοιτητές. Τότε νόμιζα ότι το θέμα είχε τελειώσει. Η δημοκρατία είχε έρθει πριν γεννηθώ και δε θα ξαναέφευγε. Αυτοί οι φοιτητές θα έμεναν πάντα αγνοί επαναστάτες. Αλλά η ιστορία παίρνει τροπές περίεργες και αυτοί οι φοιτητές έγιναν κακοί πολιτικοί και αυτή η δημοκρατία έγινε καταναλωτισμός και χούντα άλλης μορφής. Και ο φόβος των βασανιστηρίων έγινε φόβος της καθημερινότητας.
Το Πολυτεχνείο όμως είναι πάντα εκεί. Ένας ζωντανός οργανισμός που κάθε πρωί γεμίζει φοιτητές και κάθε βράδυ συνελεύσεις. Και σήμερα γέμισε κόκκινα γαρύφαλλα, κόσμο, φωνές, πανό. Παρά το φόβο και παρά την απογοήτευση.
Και μπορεί αυτές οι επετειακές διαδηλώσεις σε κάποιους να μη λένε τίποτα, αλλά για μένα οι πορείες αυτής της μέρας δεν είχαν ποτέ μόνο επετειακό χαρακτήρα. Οι αγώνες δε σταματούν ποτέ και αλίμονό μας αν πιστεύουμε ότι δεν υπάρχουν σήμερα λόγοι για να βγεις στο δρόμο.