Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

Οι βόλτες με το αυτοκίνητο

Είσαι μικροσκοπική και χωράς στο μεσαίο πίσω κάθισμα. Σου αρέσει να κοιτάζεις το δρόμο και είτε χώνεσαι ανάμεσα στις δύο μπροστινές θέσεις, ξεκουράζοντας το μάγουλό σου στις πλάτες τους, είτε σκαρφαλώνεις στη θέση σου και κοιτάζεις από το πίσω παράθυρο. Σου αρέσει να ταξιδεύεις νύχτα. Προσπαθείς να μη χάσεις από τα μάτια σου το φεγγάρι - μοιάζει σα να σε κοιτάζει κι αυτό και σα να προσπαθεί κι εκείνο να μη σε χάσει από τα δικά του. Τρέχει όταν τρέχει το αμάξι, κατεβάζει ταχύτητα μαζί του στις στροφές.
Είσαι μικροσκοπική και μικροσκοπικός είναι κι ο κόσμος σου αυτή τη δεδομένη στιγμή. Τον μοιράζεσαι με τους αγαπημένους σου ανθρώπους, κάποιο χέρι σου χαϊδεύει το χέρι, ακούς τις φωνές τους απαλές και μουδιασμένες. Ακούς το φλας, ακούς το ραδιόφωνο που χάνει το σήμα του κάθε τόσο. Παρακολουθείς τα φώτα που περνούν και καμιά φορά προλαβαίνεις να κλέψεις μια ματιά από το αυτοκίνητο που μόλις προσπεράσατε.
Είσαι μικροσκοπική και δε φοβάσαι τίποτα. Ξέρεις ότι αυτή η βόλτα θα σε φτάσει στο σπίτι και, τις περισσότερες φορές, θα σε φτάσει στο κρεβάτι σου, θα σε σκεπάσει και θα σου δώσει το πιο γλυκό φιλί στο μάγουλο.
Είσαι μικροσκοπική και εμπιστεύεσαι κάτι πολύ μεγαλύτερο από σένα.
Όταν μεγαλώσεις, κάποιες φορές θα ξεχνάς πώς να φτάσεις στο σπίτι. Οι στροφές θα σε ζαλίζουν, το ραδιόφωνο θα κολλάει, το φεγγάρι θα κρύβεται πίσω από σύννεφα.
Με τον καιρό θα μάθεις να επιστρέφεις στο μικροσκοπικό αυτό κόσμο, θα θυμηθείς πώς να εμπιστεύεσαι το δρόμο, τον οδηγό, το χέρι που σου χαϊδεύει το χέρι. Με τον καιρό. Με τον καιρό. 

Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

Δύο.

Στιγμή 1.
Προτελευταία Κυριακή του χρόνου. Διασχίζεις τη φαρδιά γέφυρα πάνω από τον ποταμό Βιστούλα. Η μέρα έχει χιόνι και όλα γύρω σου είναι σκεπασμένα από μια λευκή άχνη. Σε τυλίγει το κρύο και βαδίζεις γρήγορα για να μην παγώσουν τα πόδια σου. Κοιτάζεις πίσω σου και βλέπεις τους ουρανοξύστες και την παλιά πόλη της Βαρσοβίας. Κοιτάζεις μπροστά και βλέπεις τον αυτοκινητόδρομο - δεξιά κι αριστερά σου ο παγωμένος ποταμός. Οι ανάσες σου γίνονται όλο και πιο βαθιές, είσαι μόνη στον κόσμο αλλά όλα βγάζουν νόημα, όλα συνδέονται. Είσαι εδώ και είσαι ζωντανή, είσαι γερή, και ο κόσμος είναι πανέμορφος. Σε πιάνουν τα κλάματα, και δεν καταπίνεις κανέναν λυγμό και γελάς δυνατά και είναι όλα όπως πρέπει.

Στιγμή 2.
Βγαίνεις από το μετρό και ακολουθείς το πλήθος. Ανεβαίνεις σκαλιά, κοιτάζεις πίσω σου κάθε τόσο, αλλά δεν είναι ακόμα η σωστή στιγμή για να το δείς από ψηλά. Νιώθεις το υψόμετρο ν' αλλάζει με κάθε σου βήμα και ανυπομονείς, ανυπομονείς, εύχεσαι να είσαι εκεί στην επόμενη στροφή, αλλά έχεις ακόμα να περάσεις την πλατεία με τους πλανόδιους ζωγράφους και μετά να πάρεις το δρόμο στ' αριστερά. Την έχεις δει σε φωτογραφίες ερωτευμένων ζευγαριών, αλλά δεν τη φανταζόσουν ποτέ τόσο λευκή ούτε τόσο ωραία φωτισμένη απ' τον ήλιο. Βαδίζεις με το πλήθος - βήματα, βήματα - και το βλέπεις, λουσμένο στο φως - τα γυμνά δέντρα σχηματίζουν το πιο ταιριαστό κάδρο. Είσαι εδώ. Ε'ισαι πάνω από το Παρίσι.
Και είσαι μόνη στον κόσμο. Γιατί το όνειρο αυτό δεν ήταν δικό σου. Δεν ήταν δικό του. Ήταν δικό μας. Και είναι όλα υπερβολικά. Είναι πάρα πολλά για να τα χωρέσει η μικρή σου καρδιά και σε πιάνουν τα κλάματα, αλλά μια φωνούλα σου μέσα σου λέει να γελάς δυνατά, γιατί ο κόσμος είναι πανέμορφος και είναι όλα όπως πρέπει.


Και τίποτα το ανθρώπινο δε σου είναι ξένο. Και τίποτα ανθρώπινο δεν μπορεί να σε κρατήσει από το να το υπερβείς.