Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016

Θα θελήσεις να ταξιδέψεις μόνη. Θα βρεθείς στην πιο όμορφη πόλη του κόσμου. Θα περιπλανηθείς στα πλακόστρωτά της, θα χαθείς, θα ρωτήσεις αγνώστους για να βρεις ξανά το δρόμο σου. Θα ακολουθήσεις μια γνώριμη μελωδία και θα τον δεις να παίζει στο πιάνο το "this is your song" - θα τον αφήσεις να σε μαγέψει για λίγο. Θα πάρεις από πίσω το βιολιστή και θα βρεθείς μέσα στη λιτή εκκλησία, θα καθήσεις στην πρώτη σειρά και θα ακούσεις τη χορωδία να τραγουδά για το θεό και τη δύναμη και το φως. Θα ακούσεις το στομάχι σου και θα πας στο blue note, και θα μιλήσεις μαζί του και θα του πεις κάτι που σου κόβει τα γόνατα και θα κάνεις κάτι για πρώτη φορά και θα κρατήσεις την αίσθηση των επόμενων ωρών σαν τον ορισμό της ομορφιάς και θα χαμογελάς, και θα χαμογελάς, αλλά θα στεναχωριέσαι και λίγο, γιατί δε θα έχει εφευρεθεί ακόμα κάτι για να ξαναζήσεις αυτή τη στιγμή, αλλά θα σφίγγεις τα μάτια και τα χέρια στο στήθος και με μια βαθιά ανάσα θα είσαι πάλι στο μπλε δωμάτιο που θα είναι γεμάτο με μπλε νότες και ζεστασιά και - κατά κάποιον τρόπο - γεμάτο αγάπη. 

Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2016

Το σώμα μου



Έχω ένα σώμα, όπως κι εσύ.
Το σώμα μου είναι δικό μου. Αλλά ώρες ώρες το ξεχνάω αυτό.

Βλέπεις, καμιά φορά συμβαίνουν πράγματα στο σώμα μου που δεν τα θέλει. Άλλες φορές το ρωτούν κι εκείνο συναινεί θολά, άλλες φορές δεν του κάνουν καμία ερώτηση.
Για παράδειγμα, κάποτε το πέταξαν σε μια κολυμπήθρα και το άλειψαν με λάδια και μετά το κουνούσαν για να σταματήσει να κλαίει.
Και κάποτε το ξάπλωσαν σε κρεβάτια και το τρύπησαν και του έβαλαν μέσα σωληνάκια και φάρμακα.
Άλλοτε το κράτησαν πιο σφιχτά απ'όσο αντέχε ή το κοίταξαν πιο έντονα απ'όσο επέτρεπε ή το έβαλαν να καθίσει περισσότερο απ'όσο ήθελε.

Ευτυχώς όμως το σώμα μου επιλέγει να θυμάται πιο πολύ αυτά που του αρέσουν.

Στο σώμα μου αρέσει να κινείται. Του αρέσει να ερωτεύεται - αχ, πόσο του αρέσει να ερωτεύεται! 
Του αρέσει να φιλάει, να χαϊδεύει και να αγκαλιάζεται.
Του αρέσει να νιώθει πάνω του τον ήλιο, του αρέσει να χορεύει και του αρέσει να μελανιάζει.
Του αρέσει να κουκουλώνεται σε φρεσκοπλυμένα σεντόνια, του αρέσει να γαργαλιέται και να ανατριχιάζει.

Μα και όλα όσα του συνέβησαν που δεν τα ήθελε, τα κρατάει κι αυτά - μικρά παρασημάκια - να του θυμίζουν ότι είναι δυνατό και γερό και αντέχει κι ότι καμία αρνητική εγγραφή δεν ξεγράφει το χάσιμο ενός χτύπου πριν απ' το πρώτο φιλί.



Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

Στο πιο σκοτεινό σημείο του μυαλού σου έχεις μια ντουλάπα γεμάτη σκελετούς. Κατά καιρούς, κάποια μυρωδιά ή κάποιος ήχος δίνει στους σκελετούς ζωή και αρχίζουν να χτυπούν τις πόρτες. Η καρδιά σου αρχίζει κι αυτή να χτυπά πιο δυνατά και πιο γρήγορα, η αναπνοή σου παύει να συμβαίνει φυσικά, οι παλάμες ιδρώνουν. Η ντουλάπα είναι στο πιο σκοτεινό σημείο για κάποιο λόγο. Είναι κλειδωμένη για κάποιο λόγο. Και έτσι πρέπει να μείνει.
***
Στα όνειρά σου οι σκελετοί βρίσκουν τον τρόπο να ξετρυπώσουν από τη ντουλάπα. Βγαίνουν έξω, παίζουν με τα πράγματά σου, ξεφυλλίζουν ημερολόγια, χαζεύουν τις φωτογραφίες στους τοίχους. Κοιτάζουν στα μάτια τις επιλογές που έκανες για ανθρώπους, και είναι σα να κοιτάζονται στον καθρέφτη. Υπάρχει κάτι από τους σκελετούς σε κάθε σου βήμα στην ξύπνια σου ζωή. Αν προσέξεις, θα δεις οστά κάτω από το γραφείο σου ή πάνω στο μαξιλάρι αυτού που ροχαλίζει δίπλα σου. Αλλά τώρα εσύ κοιμάσαι.
***
Κι ένα Σαβατόβραδο θα βρεθείς στο γειτονικό μπαρ και θα πιεις μπύρα με τη φίλη σου. Και θα μιλάτε για τα παιχνίδια που παίζατε σαν παιδιά. Και μια ανάμνηση θα σου κλείσει στιγμιαία το διάφραγμα. Η καρδιά σου θα χάσει ένα χτύπο και τα δάχτυλα των ποδιών σου θα μαζέψουν. Θα προσπαθήσεις να το απωθήσεις άλλη μια φορά. Θα σπρώξεις με τις πλάτες σου τις πόρτες της ντουλάπας, αλλά οι σκελετοί θα έχουν θυμώσει. Θα τους έχεις παραμελήσει πολύ περισσότερο απ'όσο επιτρέπουν. Θα αρχίσεις να μιλάς και θ' ακούς τον εαυτό σου να αρθρώνει λέξεις που καταπίεζες για χρόνια, που ήταν σκέψεις σιωπηλές για κάποιο λόγο και έτσι έπρεπε να μείνουν.
***
Δε θα περιμένεις καν να ξημερώσει. Θα τρέξεις στο σκοτεινότερο σημείο του μυαλού σου μέσα στη μαύρη νύχτα. Θα σταθείς για λίγο μπροστά στη ντουλάπα με τρόμο. Θα απλώσεις το χέρι και με βία θα ανοίξεις τις πόρτες, περιμένοντας να θαφτείς κάτω από ένα σωρό από κόκκαλα. Αλλά όταν την ανοίξεις, το μόνο που θα βρεις μέσα, θα είναι η εξάχρονη Εσύ, με τα κοτσιδάκια της και το λουλουδάτο της φόρεμα, που το μόνο που ζητούσε τόσο καιρό ήταν ένας καλός λόγος και μια αγκαλιά.

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2016

Κάποια βράδια, πριν αποκοιμηθώ, περιφέρομαι στα σπίτια που με έχουν κατά καιρούς φιλοξενήσει - άλλα για χρόνια, άλλα για ένα βράδυ.
Ανοίγω τις πόρτες τους, προσπαθώ να αποφύγω το τρίξιμο, μπαίνω μέσα ξυπόλυτη. Περπατώ στους διαδρόμους τους, νιώθω στις πατούσες μου τα κρύα τους πλακάκια, το δέρμα μου κολλάει στα λαμινάτ, βουλιάζω στα παχιά τους χαλιά. 
Βήματα αργά - δε θέλω να ξυπνήσω κανέναν. Ρίχνω μια ματιά στα κρεβάτια με τα ανακατεμένα σεντόνια - κάποτε τα ανακάτεψα κι εγώ. Μπαίνω στις κουζίνες τους, περπατώ στις μύτες για να μη γεμίσουν τα πόδια μου λαδιές ή ψίχουλα. 

Λένε πως οι γάτες δημιουργούν δεσμούς με τους χώρους και όχι με τους ανθρώπους. Δεν είμαι γάτα, είναι ξεκάθαρο αυτό. Αν είμαι ζώο, είμαι μάλλον ποντίκι ή κουνέλι ή κάποιο τρωκτικό τελοσπάντων.

Αλλά νιώθω ένα δέσιμο μ'αυτά τα σπίτια.

Και είναι αστείο που οι αναμνήσεις βρίσκονται στις πατούσες μου. Αυτές που κάποτε με πήγαν ως εκεί, αυτές που στη συνέχεια με πήγαν σπίτι.

Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Επάγγελμα. Τι επάγγελμα να γράψω; Συνταξιούχος; Συνταξιούχος. 

45 χρόνια ζω εδώ. Το λέω και ντρέπομαι.

Εσείς είστε νέα. Έχετε όλη τη ζωή μπροστά σας. Εγώ... Αφήστε τα. Αλλά έζησα πολύ ωραία ζωή εγώ. Από τα 12 ως τα 28 στην Τσεχία. Στην Πράγα. Έχετε υπόψη σας; Άλλοι άνθρωποι οι Τσέχοι. Καλλιτέχνες. Ήμουν με μουσικούς στην Πράγα. Κι ήταν άλλο το σύστημα τότε. Σήμερα το σύστημα δε νοιάζεται για τον άνθρωπο. 

Ο Μότσαρτ και ο Μπετόβεν. Έχετε υπόψη σας; Αυτοί έγραφαν μουσική για τον άνθρωπο. Για τις ψυχές μας. Γιατί οι ψυχές μας είναι καλές. Οι άνθρωποι είμαστε όμορφοι και καλοί. Και η ζωή είναι το μεγαλύτερο δώρο. Τα λέω και συγκινούμαι.

(Σας ευχαριστώ πολύ. Χάρηκα πολύ που σας άκουσα.)
Κι εγώ χάρηκα που μίλησα.

Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

Παλεύω με το αργό μου laptop. Περιφέρομαι ανάμεσα σε pdfs, docs, και reference managers, τοποθετώ τα επιχειρήματά μου σε τάξη, ψάχνω τις λέξεις που θα βάλουν όλες τις μικρές μου σκέψεις σε σειρά, με συνοχή, με νόημα, με αρχή, με μέση και με τέλος.

Οι σερβιτόρες παλεύουν με τις μηχανές του espresso. Κάθε τόσο ακούγεται το χαρακτηριστικό φφφφςςςς, κουταλάκια χτυπούν πάνω σε πιατάκια ή μέσα σε κολωνάτα ποτήρια με ζεστό Ingwer Tee. Η βερολινέζικη νεολαία μπαινοβγαίνει, παρατάει τα χοντρά της μπουφάν σε ξύλινες καρέκλες, μασουλάει carrot cake και πίνει αργά το latte macchiato της.
Ένα συνηθισμένο κυριακάτικο πρωινό, σ'ένα συνηθισμένο cafe της Wechselstraße.

***

Δίπλα στο παράθυρο, εκείνη φυσάει τη μύτη της και μετά σκουπίζει τα μάτια της. Εκείνος κοιτάζει ανέκφραστος την αντανάκλασή του στο τζάμι. Χωρίζουν; Τους παρατηρώ. Αυτή ξανθιά με κόκκινο πουλόβερ, αυτός μελαχρινός, ντυμένος στα μαύρα. Παρατηρώ και τους ανθρώπους στα γύρω τραπέζια. Η σκηνή δε φαίνεται να αφορά κανέναν άλλο, παρά μόνο τους δυο τους - κι εμένα.

Εκείνη γέρνει στον τοίχο και παίρνει τα πόδια της αγκαλιά. Κλασσική κίνηση αυτοπροστασίας.
Εκείνος γέρνει προς το μέρος της. Κλασσική προσπάθεια μείωσης της απόστασης.
Κοιτάζουν κι οι δύο το κενό - ο καθένας το δικό του - και μετά ο ένας τον άλλο. Εκείνη αναστενάζει δακρυσμένη, εκείνος παραμένει ανέκφραστος. Ή ίσως θυμωμένος. Ή ίσως απογοητευμένος.
Γιατί να χωρίζουν άραγε; Ερωτεύτηκε άλλον; Βαρέθηκε; 
Γέρνει προς το μέρος του, κοιτάζει μία το πάτωμα, μία εκείνον, μία το πάτωμα, μία εκείνον. Αναστενάζει με κάθε μικρή κίνηση του κεφαλιού.

Είναι η γνωστή χορογραφία. Την έχουμε χορέψει όλοι μας λίγο πολύ. Είναι κάτι σαν το χορό της βροχής - μια απέλπιδα προσπάθεια να ελέγξεις κάτι πολύ μεγαλύτερο από σένα. Αλλά το αναπόφευκτο είναι εδώ. Αρνείσαι να το δεις, αρνείσαι να αφήσεις το χέρι, επιμένεις να κρατιέσαι σ'αυτή τη σκηνή, γιατί φοβάσαι ότι αν την αφήσεις θα πέσεις, αλλά δε θα πέσεις, το χειρότερο που μπορεί να συμβεί είναι να πετάξεις.

Δεν μπορώ να τους κοιτάζω άλλο. Είναι επίπονο να τους κοιτάζω. Το κεφάλι μου γυρίζει, το στομάχι μου σφίγγεται. Επιστρέφω στα pdfs μου, στα docs μου και στα reference managers. Πριν λίγο ήμουν μπλοκαρισμένη μία - τώρα είμαι δέκα. Τους ξανακοιτάζω. Εκείνος μιλά και κουνά το κεφάλι του ειρωνικά, εκείνη τον κοιτάζει παγωμένη.

Νιώθω το αίμα μου να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. Είμαι θυμωμένη. Είμαι πραγματικά θυμωμένη! Μάθαμε για τις σχέσεις από λάθος εγχειρίδιο. Είναι όλα λάθος! Από την αρχή ως το τέλος.

*** 

Το βράδυ συναντώ την Κ. και μου μιλάει για τον Jorge Bucay. Τον ψάχνω και το ένα link φέρνει το άλλο, ώσπου βρισκώ το σωστό εγχειρίδιο, το ποίημα μιας γυναίκας που τα λέει όπως πρέπει, και συγκινούμαι, και αναρωτιέμαι αν είμαι γλυκανάλατη, και παλεύω με την παρόρμηση να βρω την ξανθιά με το κόκκινο πουλόβερ και τον μελαχρινο με τα μαύρα, να τους δώσω από ένα αντίγραφο, να τους κάνω μια αγκαλιά, και να τους καθυσηχάσω πως όλα θα πάνε καλά. 

After some time you learn the difference,
The subtle difference between holding a hand and chaining a soul.
And you learn that love doesn't mean leaning,
And company doesn't always mean security.
And you begin to learn that kisses aren't contracts,
And presents aren't promises.
And you begin to accept your defeats,
With your head up and your eyes ahead,
With the grace of a woman, not the grief of a child.
And you learn to build all your roads on today,
Because tomorrow is too uncertain for plans,
And futures have a way of falling down in mid-flight.
After a while you learn,
That even sunshine burns if you get too much,
So you plant your own garden and you decorate your own soul,
instead of waiting for someone to bring you flowers.
And you learn that you really can endure,
You really are strong,
You really do have worth,
And you learn,
And you learn,
With every goodbye, you learn.
[...]

- "After a while", Veronica Shoftshall

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2016

Πέμπτη βράδυ στο υπόγειο ενός μπαρ στο Neukölln.

Μια Βρετανή με ροζ μαλλιά μιλάει με το χαρακτηριστικό φλεγματικό χιούμορ του νησιού της για τη ραγισμένη της καρδιά, για κενά, για ολόκληρα, και για τα 99 προβλήματα του Jay Z.

Ένας Νοτιοαφρικανός δηλώνει με σιγουριά ότι δε θα νιώσει ποτέ ξανά και πουθενά σα στο σπίτι του. Το σπίτι του το έχασε τη στιγμή που κόπηκε ο ομφάλιος λώρος του.

Μια γυναίκα γύρω στα 45 τραγουδάει με τη δυνατή της φωνή κάτι σαν "let me be me" και με απαλάσσει από την πίεση να βρω ποια είμαι το συντομότερο δυνατό.

Ένας Ισραηλινός τραγουδάει στα ελληνικά για τη Θεσσαλονικιά που αγάπησε, που όμως δεν τον αγάπησε ποτέ το ίδιο, και τον άφησε μόνο, να περιφέρεται χωρίς ελπίδα στους πεζοδρόμους της πόλης, μέχρι τη στιγμή που άκουσε στο μυαλό του αυτή τη μελωδία και δεν ένιωθε μόνος πια.

Μια Ελληνίδα κι ένας Τούρκος γίνονται αμέσως φίλοι. Εκείνη ψάχνει τον έρωτα, αυτός τον έχει βρει και ζει μαζί του σ'ένα δυάρι στο Spandau.

Ένας Νιγηριανός τραγουδάει σε εύθυμο τέμπο κάτι σαν "you'll always be in my heart, no matter what, I will love you forever" και με κάνει να σκέφτομαι ότι η αγάπη δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο, παρά μόνο για πάντα.

Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2016

Κάπου άκουσα ότι συγκινούμαστε όταν αυτό που βλέπουμε, ακούμε, αισθανόμαστε, είναι πολύ πιο όμορφο απ' όσο περιμέναμε. Αυτή η έκπληξη μας γεμίζει με χαρά και λύπη ταυτόχρονα.

Κάπως έτσι νιώθω κάθε χρόνο, εκεί γύρω στην αλλαγή. Κάθομαι και σκέφτομαι τι μου συνέβη την περασμένη χρονιά, τι έμαθα, τι θα ήθελα να μου συμβεί την επόμενη.
Κάθε χρονιά έχει τις δυσκολίες της, κάθε χρονιά μου αφήνει μια καινούρια πληγή. Κάτι πήγε στραβά, κάπου απέτυχα, κάποιον άνθρωπο έχασα.

Αλλά ο πυρήνας είναι πάντα πολύ πιο όμορφος απ' όσο περίμενα. Κάθε χρονιά έχει στιγμές που γράφω σε ημερολόγια και σημειώνω σε χαρτάκια, στιγμές που λέω και ξαναλέω στον εαυτό μου αυτό μην το ξεχάσεις ποτέ! 

Η χρονιά που μόλις μας άφησε ήταν γεμάτη τέτοιες στιγμές. Ταξίδια σε άγνωστα μέρη, καινούριοι φίλοι, χορός μέχρι να μου κοπεί η ανάσα. Φίλοι παντοτινοί, κλάμμα στις αγκαλιές τους, φιλοσοφικές αναζητήσεις και βόλτες στον ήλιο. Εκείνο το πρωινό με τον R στο ποτάμι, το δικάβαλο με τον U, η βόλτα στα χιονισμένα Αναφιώτικα με τον Γ, η Κυριακή πριν τα Χριστούγεννα με τον Π. Η καλοσύνη των αγνώστων, η ζεστασιά των δικών μου ανθρώπων και η όψη της ανηψιάς μου μετά από 4 μήνες.

Τα σκέφτομαι όλα αυτά, τα παίζω στο μυαλό μου σαν ταινία, και σκέφτομαι όχι, όχι, δε συγκινούμαστε από την έκπληξη της ομορφιάς. Συγκινούμαστε από ευγνωμοσύνη.