Τετάρτη, 24 Νοεμβρίου 2010

Το σκοτεινό νησί

Έπεσα πρόσφατα πάνω σ' αυτό το άρθρο, το οποίο μιλά για μια Κουβανή blogger που αντιστέκεται στο Κουβανικό καθεστώς. Το blog της Yoani Sanchez μπορεί να βρει κανείς μεταφρασμένο στα ελληνικά εδώ.
Για κάποιους, η Κούβα φαντάζει μια κομμουνιστική όαση στην έρημο του σκληρού καπιταλισμού. Μια μικρή νησιωτική χώρα, όπου οι πολίτες απολαμβάνουν δωρεάν παιδεία και υγεία, εργασία και πρόνοια. Η χώρα που ανέδειξε ίσως την πιο διάσημη επαναστατική φιγούρα, που πάλεψε, που παρέμεινε ζωντανή μετά το '90. Παρά τις όποιες μικρές ενστάσεις μου, μια τέτοια εικόνα είχα κι εγώ για την Κούβα, όταν, 2,5 χρόνια πριν, ετοίμαζα τις βαλίτσες μου για το πιο συγκλονιστικό ταξίδι της ζωής μου.
Το σοκ ήρθε την πρώτη κιόλας μέρα. Συνηθισμένη να μπορώ να επικοινωνήσω οποιαδήποτε ώρα και στιγμή με τους δικούς μου ανθρώπους, ένιωσα πλήρως αποκλεισμένη όταν συνειδητοποίησα πόσο δύσκολο (και πολυέξοδο) ήταν αυτό. Οι μονάδες έπεφταν σχεδόν με το δευτερόλεπτο και με το ισοδύναμο του 1 ευρώ μπορούσα να μιλήσω μερικά δευτερόλεπτα. Το internet ήταν πιο φθηνό, αλλά η πρόσβαση δεν επιτρεπόταν παντού. Σκεφτόμουν ότι σε λιγότερες από 10 μέρες θα ήμουν πάλι κοντά στους δικούς μου και σίγουρα δεν ήταν απαραίτητο να τους λέω κάθε μέρα πόσο εξωτικά περνάω. Αλλά τι γίνεται με τους Κουβανούς που έχουν οικογένεια και φίλους σε άλλες χώρες; Φρικτό.

Αυτό βέβαια δεν ήταν τίποτα μπροστά στις εικόνες που ακολούθησαν τις επόμενες ημέρες. Αξιοπρεπέστατοι άνθρωποι μας πλησίαζαν για να μας ζητήσουν χρήματα, τις περισσότερες φορές με κάποιο αντάλλαγμα (να μας ξεναγήσουν, να μας μάθουν σάλσα κ.λ.π.). Μας εξηγούσαν πως ο μισθός τους δε φτάνει. Πληρώνονταν με κουβανικά πέσος, αλλά κάποια βασικά αγαθά μπορούσαν να τα προμηθευτούν μόνο με μετατρέψιμα πέσος (η Κούβα έχει δύο νομίσματα--τα μετατρέψιμα πέσος χρησιμοποιούνται κυρίως από τους τουρίστες και η ισοτιμία μετατρέψιμου και κουβανικού πέσο φτάνει ως και το 1/25).

Δε θα ξεχάσω ποτέ την ημέρα που περάσαμε στο Trinidad. Είχα χαθεί από το υπόλοιπο γκρουπ και περιπλανιόμουν στα δρομάκια της πόλης. Έβλεπα γύρω μου παλιά, αλλά φρεσκοβαμμένα πολύχρωμα σπίτια. Άρχισα να ανεβαίνω ένα δρόμο, ο οποίος με έβγαλε σε μια γειτονιά με παράγκες. Μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα με περιεργάζονταν ζευγάρια γερασμένα μάτια, ένα παιδάκι έτρεξε και βγήκε από μια μισοχαλασμένη πόρτα, κότες ανηφόριζαν το δρόμο μαζί μου. Στο τέλος του δρόμου υπήρχε ένα ύψωμα και ένα επίσης μισοχαλασμένο κτήριο ή μνημείο (δε θυμάμαι τι ήταν). Σταμάτησα να δω την πόλη από ψηλά και ξαφνικά με περικύκλωσαν γυναικείες φωνές. Είχαν μαζευτεί περίπου 10 γυναίκες, οι οποίες μου χαμογελούσαν, με έπιαναν, μου ζητούσαν να τους δώσω το ρολόι μου, τη ζακέτα μου, την τσάντα. Προσπαθούσαμε να επικοινωνήσουμε, εκείνες με σπαστά αγγλικά, εγώ με καθόλου ισπανικά. Και γελούσαμε. Δεν υπήρχε κανένα ίχνος κακομοιριάς σ' αυτή τη σκηνή, δεν έκαναν κόλπα να τις λυπηθώ. Είχαν ανάγκη και μου ζητούσαν βοήθεια. Αλλά με ένα χαρούμενο και περήφανο τρόπο. Με έβαλαν να τους υποσχεθώ πως, όταν ξαναπάω στο Trinidad, θα έχω μαζί μου σαπούνι να τους δώσω. Μια υπόσχεση που ακόμα με περιμένει.
Θυμάμαι επίσης τις ατελείωτες συζητήσεις με τον ξεναγό μας. Δε θυμάμαι το όνομά του, αλλά θυμάμαι τη φωνή του, την καλλιέργειά του, τη διάθεσή του να μας μιλά για ώρες για όλα αυτά τα περίεργα και πρωτόγνωρα που συναντούσαμε. Όταν η κουβέντα έφτανε στο πολιτικό καθεστώς, μας έλεγε πως πολλοί είναι εκείνοι που θέλουν τα πράγματα να αλλάξουν. Μας μιλούσε για ανθρώπους που έφτασαν κολυμπώντας στο Μαϊάμι, αναζητώντας το αμερικάνικο όνειρο. Για τους παίκτες της εθνικής ομάδας μπέηζμπολ, που καλοπληρώνονται, για να μη θελήσουν να το 'σκάσουν', όταν η ομάδα ταξιδεύει για διεθνείς αγώνες. Για εκείνους που φεύγουν και στέλνουν πίσω δύο φωτογραφίες: μία σε σούπερ μάρκετ και μία έξω από κάποιο McDonald's. Αλλά και για εκείνους που δυσκολεύονται να προσαρμοστούν στη Δύση, γιατί τα χρήματα βγαίνουν δύσκολα και γιατί δε νιώθουν ούτε κι εκεί ελεύθεροι.

Αυτό όμως που μου έρχεται πρώτο στο μυαλό όταν σκέφτομαι την Κούβα, είναι ο παραλιακός δρόμος της Havana, η Malecon. Κάθε βράδυ ο δρόμος γέμιζε με κόσμο. Μας έλεγαν ότι τα τηλέφωνα είναι άχρηστα εκεί. Αν ψάχνεις κάποιον, απλά πας στη Malecon και ρωτάς. Κάποιος θα τον έχει δει. Παρέες τραγουδούσαν και χόρευαν. Ελευθερία. Αυτό σκέφτομαι όταν σκέφτομαι την Κούβα. Τα ξένοιαστα βράδια στη Malecon. Και σκέφτομαι και εκείνη την ταινία του Shyamalan, το Σκοτεινό Χωριό, που επειδή δεν ήταν θρίλερ απογοήτευσε πολλούς. Εμένα είναι μια από τις αγαπημένες μου. Γιατί καταπιάνεται με ένα τόσο φοβερό δίλημμα: όταν ζεις σε ένα κόσμο βίαιο και σκληρό, τι κάνεις για τις επόμενες γενιές; Τις απομονώνεις απ' αυτό τον κόσμο; Ή τις αφήνεις να επιλέξουν μόνες;


Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

Πολυτεχνείο

Κουράστηκα τις τελευταίες δύο βδομάδες να ακούω για μηνύματα. Το μήνυμα των εκλογών, το μήνυμα της αποχής, το μήνυμα του άκυρου και του λευκού. Και τώρα τι; Να αναφερθώ κι εγώ στο μήνυμα του Πολυτεχνείου; Όχι. Όχι στο μήνυμα. Μόνο στις εικόνες και τις αναμνήσεις μου από αυτή τη μέρα.
Ακόμα και στη συντηρητική επαρχιακή πόλη στην οποία μεγάλωσα, αυτή η μέρα διέφερε από τις άλλες γιορτές του σχολείου. Δε συνοδευόταν από ποιήματα για τη σημαία και το έθνος, αλλά από ροκ τραγούδια και βίντεο από εκείνη την εποχή. Αφορούσε μια ιστορία κοντά μας, μόλις μια γενιά πριν. Θυμάμαι συγκίνηση και θυμάμαι επαναστικότητα. Ακόμα και στη συντηρητική επαρχιακή πόλη. Δεν ήταν άλλη μια ευκαιρία να χάσουμε μάθημα, αλλά μια ευκαιρία να ακούσουμε για έναν αγώνα που εξίταρε τη σκέψη μας. Δε μαθαίναμε ονόματα μεγάλων στρατηγών ή πολιτικών που έφεραν τη νίκη. Μαθαίναμε για ένα αυθόρμητο κίνημα φοιτητών που ζητούσε τα αυτονόητα.

Αυτό που θυμάμαι πάνω απ' όλα είναι η ευγνωμοσύνη που ένιωθα ως μαθήτρια για εκείνους τους φοιτητές. Τότε νόμιζα ότι το θέμα είχε τελειώσει. Η δημοκρατία είχε έρθει πριν γεννηθώ και δε θα ξαναέφευγε. Αυτοί οι φοιτητές θα έμεναν πάντα αγνοί επαναστάτες. Αλλά η ιστορία παίρνει τροπές περίεργες και αυτοί οι φοιτητές έγιναν κακοί πολιτικοί και αυτή η δημοκρατία έγινε καταναλωτισμός και χούντα άλλης μορφής. Και ο φόβος των βασανιστηρίων έγινε φόβος της καθημερινότητας.
Το Πολυτεχνείο όμως είναι πάντα εκεί. Ένας ζωντανός οργανισμός που κάθε πρωί γεμίζει φοιτητές και κάθε βράδυ συνελεύσεις. Και σήμερα γέμισε κόκκινα γαρύφαλλα, κόσμο, φωνές, πανό. Παρά το φόβο και παρά την απογοήτευση.
Και μπορεί αυτές οι επετειακές διαδηλώσεις σε κάποιους να μη λένε τίποτα, αλλά για μένα οι πορείες αυτής της μέρας δεν είχαν ποτέ μόνο επετειακό χαρακτήρα. Οι αγώνες δε σταματούν ποτέ και αλίμονό μας αν πιστεύουμε ότι δεν υπάρχουν σήμερα λόγοι για να βγεις στο δρόμο.


Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου 2010

Κυριακή στο χωριό

Ε ναι λοιπόν! Ψήφισα! Πέρασα την Κυριακή με την οικογένεια στο ηλιόλουστο 'χωριό' μου και ψήφισα. Ναι, ανήκω σε εκείνη τη μερίδα των γραφικών που πιστεύουν ότι η ψήφος έχει δύναμη. Το τι ψήφισα, πώς και γιατί, είναι άλλη ιστορία. Και για να είμαι ειλικρινής αμφιταλαντεύτηκα αρκετά για το αν θέλω τελικά να ψηφίσω ή όχι. Αλλά το έκανα. Και ετούτη την ώρα νιώθω καλά που το έκανα.

Όχι γιατί πιστεύω ότι τα δικά μου τα ψηφαλάκια θα κάνουν κάτι από μόνα τους. Αλλά γιατί δε θέλω το 50 ή 60% του εκλογικού σώματος να αποφασίζει για το 100%.
Όχι γιατί πιστεύω ότι αν ασκείς το εκλογικό σου δικαίωμα γίνεσαι αυτόματα ενεργός πολίτης. Αλλά γιατί δε μας βλέπω σύντομα να παίρνουμε τα βουνά και η ψήφος είναι από τα λίγα που έχουμε.
Όχι γιατί ελπίζω. Αλλά γιατί φοβάμαι τι θα γίνει αν καταλήξουν να ψηφίζουν μόνο τα κομματόσκυλα.

Και μετά, πάλι ως γραφική, έκατσα και είδα την 'παρέλαση' -επαγγελματιών και μη- πολιτικάντηδων στο χαζοκούτι. Αλλά ήσυχα δε θα κοιμηθώ.