Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

Παλεύω με το αργό μου laptop. Περιφέρομαι ανάμεσα σε pdfs, docs, και reference managers, τοποθετώ τα επιχειρήματά μου σε τάξη, ψάχνω τις λέξεις που θα βάλουν όλες τις μικρές μου σκέψεις σε σειρά, με συνοχή, με νόημα, με αρχή, με μέση και με τέλος.

Οι σερβιτόρες παλεύουν με τις μηχανές του espresso. Κάθε τόσο ακούγεται το χαρακτηριστικό φφφφςςςς, κουταλάκια χτυπούν πάνω σε πιατάκια ή μέσα σε κολωνάτα ποτήρια με ζεστό Ingwer Tee. Η βερολινέζικη νεολαία μπαινοβγαίνει, παρατάει τα χοντρά της μπουφάν σε ξύλινες καρέκλες, μασουλάει carrot cake και πίνει αργά το latte macchiato της.
Ένα συνηθισμένο κυριακάτικο πρωινό, σ'ένα συνηθισμένο cafe της Wechselstraße.

***

Δίπλα στο παράθυρο, εκείνη φυσάει τη μύτη της και μετά σκουπίζει τα μάτια της. Εκείνος κοιτάζει ανέκφραστος την αντανάκλασή του στο τζάμι. Χωρίζουν; Τους παρατηρώ. Αυτή ξανθιά με κόκκινο πουλόβερ, αυτός μελαχρινός, ντυμένος στα μαύρα. Παρατηρώ και τους ανθρώπους στα γύρω τραπέζια. Η σκηνή δε φαίνεται να αφορά κανέναν άλλο, παρά μόνο τους δυο τους - κι εμένα.

Εκείνη γέρνει στον τοίχο και παίρνει τα πόδια της αγκαλιά. Κλασσική κίνηση αυτοπροστασίας.
Εκείνος γέρνει προς το μέρος της. Κλασσική προσπάθεια μείωσης της απόστασης.
Κοιτάζουν κι οι δύο το κενό - ο καθένας το δικό του - και μετά ο ένας τον άλλο. Εκείνη αναστενάζει δακρυσμένη, εκείνος παραμένει ανέκφραστος. Ή ίσως θυμωμένος. Ή ίσως απογοητευμένος.
Γιατί να χωρίζουν άραγε; Ερωτεύτηκε άλλον; Βαρέθηκε; 
Γέρνει προς το μέρος του, κοιτάζει μία το πάτωμα, μία εκείνον, μία το πάτωμα, μία εκείνον. Αναστενάζει με κάθε μικρή κίνηση του κεφαλιού.

Είναι η γνωστή χορογραφία. Την έχουμε χορέψει όλοι μας λίγο πολύ. Είναι κάτι σαν το χορό της βροχής - μια απέλπιδα προσπάθεια να ελέγξεις κάτι πολύ μεγαλύτερο από σένα. Αλλά το αναπόφευκτο είναι εδώ. Αρνείσαι να το δεις, αρνείσαι να αφήσεις το χέρι, επιμένεις να κρατιέσαι σ'αυτή τη σκηνή, γιατί φοβάσαι ότι αν την αφήσεις θα πέσεις, αλλά δε θα πέσεις, το χειρότερο που μπορεί να συμβεί είναι να πετάξεις.

Δεν μπορώ να τους κοιτάζω άλλο. Είναι επίπονο να τους κοιτάζω. Το κεφάλι μου γυρίζει, το στομάχι μου σφίγγεται. Επιστρέφω στα pdfs μου, στα docs μου και στα reference managers. Πριν λίγο ήμουν μπλοκαρισμένη μία - τώρα είμαι δέκα. Τους ξανακοιτάζω. Εκείνος μιλά και κουνά το κεφάλι του ειρωνικά, εκείνη τον κοιτάζει παγωμένη.

Νιώθω το αίμα μου να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. Είμαι θυμωμένη. Είμαι πραγματικά θυμωμένη! Μάθαμε για τις σχέσεις από λάθος εγχειρίδιο. Είναι όλα λάθος! Από την αρχή ως το τέλος.

*** 

Το βράδυ συναντώ την Κ. και μου μιλάει για τον Jorge Bucay. Τον ψάχνω και το ένα link φέρνει το άλλο, ώσπου βρισκώ το σωστό εγχειρίδιο, το ποίημα μιας γυναίκας που τα λέει όπως πρέπει, και συγκινούμαι, και αναρωτιέμαι αν είμαι γλυκανάλατη, και παλεύω με την παρόρμηση να βρω την ξανθιά με το κόκκινο πουλόβερ και τον μελαχρινο με τα μαύρα, να τους δώσω από ένα αντίγραφο, να τους κάνω μια αγκαλιά, και να τους καθυσηχάσω πως όλα θα πάνε καλά. 

After some time you learn the difference,
The subtle difference between holding a hand and chaining a soul.
And you learn that love doesn't mean leaning,
And company doesn't always mean security.
And you begin to learn that kisses aren't contracts,
And presents aren't promises.
And you begin to accept your defeats,
With your head up and your eyes ahead,
With the grace of a woman, not the grief of a child.
And you learn to build all your roads on today,
Because tomorrow is too uncertain for plans,
And futures have a way of falling down in mid-flight.
After a while you learn,
That even sunshine burns if you get too much,
So you plant your own garden and you decorate your own soul,
instead of waiting for someone to bring you flowers.
And you learn that you really can endure,
You really are strong,
You really do have worth,
And you learn,
And you learn,
With every goodbye, you learn.
[...]

- "After a while", Veronica Shoftshall

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου